Translate

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Επενδύσεις και Κοινωνικό Κόστος



H απάντηση στην ερώτηση αν θέλουμε επενδύσεις είναι αυτονόητη. Νομίζω όμως ότι είναι λάθος η ερώτηση. Η σωστή διατύπωση της ερώτησης είναι : ’με ποιο κόστος θέλουμε επενδύσεις’; Και όταν αναφέρομαι στο κόστος  εννοώ το  περιβαλλοντικό, το χρηματοοικονομικό και την δέσμευση πόρων από εναλλακτικές τοποθετήσεις, το κόστος  που συνεπάγεται από την  παραβίαση του ανταγωνισμού και του  ιδιοκτησιακού καθεστώτος κ.λ.π.


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από το 1975 και μετά η ελληνική κοινωνία πείστηκε ότι το ΑΕΠ και κατ επέκταση οι θέσεις εργασίας παράγονται από τον δημόσιο τομέα επομένως δεν θέλουμε επενδύσεις με κόστος.  Θέλουμε επενδύσεις με το ελαχιστότατο  κόστος.  Σ’  αυτή την λογική με περισσή ευκολία δημιουργήσαμε συνταγματικά κολλήματα της επιχειρηματικής δραστηριότητας  που σχετίζονται με τις χρήσεις γής και το περιβάλλον. Σήμερα το 1/3 της αξιοποιήσιμης  έκτασης έχει χαρακτηριστεί Natura και συνθήκη Ramsar. To υπόλοιπο 70% διεκδικείται από την δασική υπηρεσία, την αρχαιολογική υπηρεσία ενίοτε από τους δήμους και το Κράτος  και ότι περισσέψει  χαρακτηρίζεται  ως περιοχή υψηλής παραγωγικότητας.  Δεδομένου ότι εν έτη 2017 δεν υπάρχουν δασικοί χάρτες και επίσης δεν έχει ολοκληρωθεί το εθνικό κτηματολόγιο, δεν έχουν προσδιοριστεί  οι χρήσεις γής είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί μια έκταση μεγαλύτερη του ενός στρέμματος που να μπορεί να φιλοξενήσει μια παραγωγική δραστηριότητα. Στην συνέχεια έρχεται  η ελληνική περιβαλλοντική νομοθεσία που  είναι αρκετά αυστηρή. Και αυτό είναι το ένα μέρος του προβλήματος το άλλο μέρος του προβλήματος είναι ότι η δημόσια διοίκηση και οι δικαστικές Αρχές που είναι επιφορτισμένες με την παρακολούθηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας είναι εξαιρετικά δυσκίνητες. Τα παραδείγματα των επενδύσεων που βρίσκονται στην αναμονή για την έκδοση αποφάσεων πέραν της δεκαετίας είναι  πολλά. Αυτό το θεσμικό πλαίσιο έχει δημιουργηθεί κατά τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να εξασφαλίζει μηδενικό κόστος για την κοινωνία.


Δεδομένου ότι παραγωγική δραστηριότητα χωρίς επιβάρυνση δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί η οποιαδήποτε αλλαγή και επιτάχυνση των επενδύσεων σημαίνει αυτόματα και μεγαλύτερο κόστος. Με άλλα λόγια πρέπει να αποφασίσει η κοινωνία ότι  θα πρέπει να γίνει περισσότερο ανεκτική στο περιβαλλοντικό κόστος, στο κόστος της παραβίασης των χαρακτηρισμών γής κ.λ.π. Τότε θα μπορέσει να προσαρμοστεί και το θεσμικό περιβάλλον και να επιταχυνθούν οι επενδύσεις.  Αρα. Η επιτάχυνση των επενδύσεων πρέπει να ξεκινήσει από την συνειδητοποίηση ότι θα πρέπει να ανεχθούμε ένα μεγαλύτερο κόστος και αμέσως μετά να ακολουθήσει η συνταγματική αναθεώρηση. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα πρέπει να ανεχθούμε την ανεργία και την υποαπασχόληση.   

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Καλοκαίρι 2017: Η ΕΕ ανακαλύπτει την Αμερική



Θεωρώ ως το πιο σημαντικό γεγονός του καλοκαιριού την ομιλία του Μ.Dragi στα πλαίσια της ετήσιας εκδήλωσης στο  Lindau της Γερμανίας  των οικονομολόγων που έχουν τιμηθεί με βραβείο Nobel. Απ’ αυτή την ομιλία προκύπτουν σημαντικά συμπεράσματα πολιτικής που θα επηρεάσουν το μέλλον της ΟΝΕ αλλά  τον τρόπο που διαχειρίζεται την κρίση η ΕΕ.  
Χρειάστηκαν οκτώ χρόνια για να αντιληφθούμε ότι το κλείδωμα των συναλλαγματικών ισοτιμιών είχε σαν αποτέλεσμα ο  κρατικός κίνδυνος  να περάσει στα κρατικά  ομόλογα. Αποτέλεσμα αυτής της μεταφοράς της πρόσθετης αμοιβής του κινδύνου (risk premium) προς τα ομόλογα από τις συναλλαγματικές ισοτιμίας είναι η διαφοροποίηση των spreads των χωρών σε μια νομισματική ένωση. Αυτή  η πραγματικότητα δημιουργεί μια εγγενής αντίφαση η οποία τώρα γίνεται αντιληπτή. Πώς μπορεί η ΕΚΤ να ασκεί ενιαία νομισματική πολιτική και να χειριστεί ομόλογα με διαφοροποιημένο κίνδυνο μια ενιαίας  περιοχής?


Κατά την γνώμη μου αυτή η ομιλία ήταν ο επικήδιος και η ταφόπετρα  της βασικής  λογικής του Μαάστριχτ ότι η ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα και ο συνεπής αντιπληθωριστικός στόχος είναι οι ικανές και αναγκαίες συνθήκες για την αποφυγή των οικονομικών κρίσεων. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μας διαβεβαίωνε ο Κ. Rogoff ότι η ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, δηλαδή η κεντρική τράπεζα η οποία δεν επηρεάζεται από την πολιτική εξουσία και δεν λογοδοτεί  αποτελεί το καλύτερο εχέγγυο για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ο Κ. Rogoff τελευταία αναθεώρησε τους ισχυρισμούς του χρειάστηκε όμως να περάσει σχεδόν μια δεκαετία για να το αντιληφθεί και η ΕΚΤ. Επικρίνει  επίσης την υπόθεση των ορθολογικών προσδοκιών και για πρώτη φορά απομακρίνεται από την λογική των  οικονομικών της ισορροπίας. Δεν γνωρίζω αν ο διοικητής άρχισε να διαβάζει περισσότερο Akerlof, Farmer, Taylor και Blanchard  αλλά η τοποθέτησή του αναγνωρίζει ότι ανεξάρτητα αν κάποιος είναι θιασώτης της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς ή όχι τα οικονομικά της κρίσης δεν είναι νεοκλασικά είναι κευνσιανά.
Εχει ενδιαφέρον διότι αναγνωρίζει ότι  ΕΕ είναι εντελώς ανοχύρωτη και χωρίς την δυνατότητα ουσιαστικών παρεμβάσεων  στην εμφάνιση μιας νέας κρίσης. Εχοντας αρνητικά επιτόκια, πολλές χώρες σε αποπληθωρισμό και παγίδα ρευστότητας και το κυριότερο μηδενικά πραγματικά επιτόκια τα περιθώρια αντίδρασης είναι ελάχιστα.



Ειλικρινά είναι εντυπωσιακή η επίκληση του M Dragi για την μεγαλύτερη επαφή της ευρωπαικής οικονομικής πολιτικής με την οικονομική επιστήμη. Νομίζω ότι με αυτό τον τρόπο θα απομακρυνθούμε από τις θεολογικές και ηθικές προσεγγίσεις της και τις τραγικές υπεραπλουστεύσεις. Με την ομιλία του ο Μ. Dragi ακυρώνει oυσιαστικά την κυρίαρχη αντίληψη των ‘οικονομικών’ της ΟΝΕ   και κάνει ένα μεγάλο βήμα προς την πραγματικότητα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το βήμα όμως της ομιλίας δεν συνάδει με την αντίληψη της βέλτιστης νομισματικής περιοχής και του ενιαίου νομίσματος όπως την γνωρίσαμε μέχρι σήμερα. Συνάδει με μια ΟΝΕ η οποία ή θα έχει πολλαπλές ταχύτητες ή πολλά νομίσματα. Αυτό που μένει είναι πότε θα το δούμε.