Translate

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Ηγγικεν η Ωρα των Αποφάσεων



Φθάσαμε στο σημείο που τόσο εμείς όσο και οι Ευρωπαίοι εταίροι  φοβόμασταν. Φθάσαμε στο σημείο που ευχόμαστε να μην είχαμε  φτάσει. Φθάσαμε στο σημείο όπου   θα πρέπει να συνδυάσουμε τα αδύνατα όχι πλέον στην θεωρία και στην ακατάσχετη υποσχολογία αλλά στην πράξη. Οσο βρισκόμασταν εντός μνημονίων τόσο εμείς όσο και οι θεσμοί είχαμε την πολυτέλεια να οικονομολογούμε έχοντας την ασφάλεια ότι το πρακτικό και εφαρμόσιμο κομμάτι αυτής της συζήτησης θα αναβαλλόταν για αργότερα. Kαι όποιος αμφισβητούσε την εγκυρότητα των   προβλέψεων ήταν ή δραχμιστής ή ανθέλληνας.  

Hρθε λοιπόν η ώρα που πρέπει η ελληνική οικονομία να τετραγωνίσει τον κύκλο έτσι ώστε να επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη, την ίδια ώρα να αποπληρώσει ορισμένα από τα ‘χρωστούμενα’ στους δανειστές οι οποίοι με την σειρά τους θέλουν να περιορίσουν την εμπλοκή τους στο ελληνικό πρόβλημα και παράλληλα να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή στην ελληνική κοινωνία.
Το πρόβλημα είναι ότι η ανάπτυξη ακόμα και στα ποιο αισιόδοξα σενάρια προβλέπται αναιμική. Το άλλο πρόβλημα είναι ότι η ελληνική οικονομία φαίνεται να έχει δυσκολίες να εκπληρώσει τον ηράκλειο άθλο των δημοσιονομικών πλεονασμάτων της τάξεως του 3,5% μέχρι το 2022 και 2% μέχρι το 2060.  Το τρίτο πρόβλημα έχει να κάνει με το χρέος. Παρόλες  τις εναγώνιες προσπάθειες της χρηματοοικονομικής τεχνικής του ΔΝΤ  η βιωσιμότητα του χρέους παραμένει το ζητούμενο.

Η λύση του παραπάνω πάζλ θα μπορούσε να είναι αρκετά πιο εύκολη αν υπήρχε ανάπτυξη. Δυστυχώς όμως οι προβλέψεις   όλων των εμπλεκομένων στο ελληνικό πρόγραμμα δείχνουν (στην καλύτερη περίπτωση)  ότι η ελληνική οικονομία θα έχει αναπτυξιακούς ρυθμούς καθηλωμένους σε ένα πλαίσιο αναιμικής ανάπτυξης μέχρι το 2060. Αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο μέχρι το 2020 όπου αναμένεται το ΑΕΠ να αυξηθεί μέχρι και 2,5% το υπόλοιπο χρονικό διάστημα δεν αναμένεται να ξεπεράσει το 1,5%.

Τα παραπάνω συμπεράσματα προέρχονται από μια απλή ανάλυση των ελληνικών δεδομένων είναι γνωστά στο ΕSM καθώς και  στην ΕΕ. Επομένως το ερώτημα που προκύπτει είναι για ποιο λόγο δεν προχωρούν σε μια ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους που θα μπορούσε να αποτελέσει την λύση. Από την παράθεση των παραπάνω στοιχείων εύκολα γίνεται κατανοητό ότι η λύση στο αδιέξοδο μπορεί να έλθει από την αναδιάρθρωση του χρέους. Ας υποθέσουμε ότι το καλοκαίρι του 2018 γίνεται μια ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους. Το αποτέλεσμα θα είναι η αισθητή μείωση των τοκοχρεωλυσίων και άρα των απαιτούμενων δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Αν μειωθεί ο δημοσιονομικός στόχος τότε απελευθερώνονται πόροι για την άσκηση αναπτυξιακής πολιτικής που θα επιταχύνει την εξέλιξη του ΑΕΠ. Το πρόβλημα είναι ότι   χρηματοοικονομική μηχανική του ελληνικού χρέους έχει εξαντλήσει τα όριά της και  δεν μπορεί να σταθεροποιήσει ένα εκ θεμελίων ασταθές σύστημα χρέους.  Για αυτό τον λόγο η οποιαδήποτε  αναδιάρθρωση θα μεταφραστεί  σε ονομαστικές απώλειες από τους δανειστές και αυτό θέλουν πάση θυσία να αποφύγουν.    


Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Θεολογική Οικονομία ή Wieser-nomics



Είναι αλήθεια ότι από την πρώτη στιγμή εφαρμογής των μνημονίων δυσκολευτήκαμε πολύ να κατανοήσουμε την σκοπιμότητα, το θεωρητικό πλαίσιο πάνω στο οποίο δομήθηκαν τα μέτρα πολιτικής και την οικονομική λογική πολλών μέτρων. Κατόπιν άρχισε η εποχή των τραγικών λαθών. Τότε  εγκαινιάστηκε η θεολογική οικονομία. Δηλαδή η οικονομία των αξιωμάτων.  Αναπτύχθηκε αυτό που λέμε θεολογική οικονομία. Με άλλα λόγια με μεγάλη ευκολία οποιοσδήποτε έχοντας μια θέση ευθύνης ισχυριζόταν οτιδήποτε χωρίς να μπαίνει στον κόπο ούτε να το δικαιολογεί αλλά ούτε και να το αποδεικνύει. Το τραγικό σ’ αυτή την ιστορία  δεν είναι μόνο ότι αυτές οι δηλώσεις  αποτελούσαν  το θέσφατο της οικονομικής πολιτικής αλλά ότι έβρισκαν  ένα πλέγμα πρόθυμων υποστηρικτών στην ελληνική κοινωνία.

Μάταια αναζητούσαμε ένα στοιχειώδες οικονομικό υπόδειγμα της ελληνικής οικονομίας που να μπορεί να υποστηρίζει στοιχειωδώς τις αποφάσεις και να ποσοτικοποιεί τα μέτρα.  Με αυτό τον τρόπο αποδεχτήκαμε  τα λάθη του PSI, του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή, της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και τέλος της  αποτυχίας των  προβλέψεων του συνόλου των οικονομικών μεταβλητών (πληθωρισμός, ΑΕΠ, απασχόληση, εξαγωγές κ.λ.π.)   Ετσι μετά από οκτώ χρόνια νομίζω δικαίως απονέμεται στο ελληνικό πρόγραμμα η ‘διάκριση’ του πλέον αποτυχημένου προγράμματος.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι δηλώσεις Bίζερ (T. Wieser).  Σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει την οικονομική βάση αιτιολόγησης των αποτυχιών και αποποίησης των ευθυνών  δήλωσε ότι το κόστος της διαπραγμάτευσης το α' εξάμηνο του 2015 ανήλθε στα 200 δισ. Έκανε αυτή την δήλωση χωρίς  να μπεί στον κόπο να  εξηγήσει ποιό είναι το σχετικό υπόδειγμα της οικονομίας  που καταλήγει σ’ αυτό το σημαντικό συμπέρασμα. Η ζημιά των 200 δις το α’ εξάμηνο του 2015 όταν η οικονομία παρήγαγε συνολικό ΑΕΠ 175,7  δις ευρώ και με αποπληθωριστή του ΑΕΠ -1% πολύ δύσκολα τεκμηριώνεται.

Καλό θα είναι να γνωρίζουμε  ότι τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αυστρία ή στην ΕΕ ακόμα και στην Ζιμπάμπουε ο προσδιορισμός του ΑΕΠ γίνεται ως το άθροισμα όλων των χρηματικών αξιών των τελικών προϊόντων που παράγονται κατά την διάρκεια ενός έτους σε μια οικονομία. Μπορούμε να  δούμε το ΑΕΠ από την πλευρά της προσφοράς  ή της ζήτησης  ή ακόμα από την πλευρά του προσδιορισμού μέσω της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Πριν γίνει οποιαδήποτε σχετική δήλωση για το ΑΕΠ  από έναν οικονομολόγο καλό είναι να γνωρίζει  ότι  το ΑΕΠ είναι ένας τρόπος  να μετρήσουμε την αξία της παραγωγής όπως φθάνει στους αγοραστές είτε καταναλωτές είτε επιχειρήσεις  δηλαδή την αξία των τελικών προιόντων.  Ενας άλλος τρόπος  είναι να μετρήσουμε το σύνολο των δαπανών για την αγορά των παραγόμενων  (κατανάλωση, επένδυση, δημοσιονομική δαπάνη) και τέλος,  ο τρίτος τρόπος είναι να μετρήσουμε τα εισοδήματα που δημιουργήθηκαν στην διαδικασία παραγωγής (μισθούς, τόκους, κέρδη, ενοίκια).  

Σύμφωνα με τα παραπάνω η ζημιά των 200 δις ευρώ θα πρέπει να απεικονίζεται σε μια από τις παραπάνω μεταβλητές. Θα πρέπει να καταγράφεται στην κατανάλωση,  στην επένδυση στην δημόσια κατανάλωση στα κέρδη, στα εισοδήματα, στην προστιθέμενη αξία ενός κλάδου. Αν έμπαινε στον κόπο ο κύριος Βίζερ να έριχνε  μια ματιά στους εθνικούς λογαριασμούς του 2015 και διαπίστωνε  ότι η τελική καταναλωτική δαπάνη ανήλθε στα 167,679 δις,  η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία σε  164,946 δις  και η συνολική εγχώρια ζήτηση ανήλθε στα 175,445 δις σίγουρα δεν θα πρόσθετε άλλη μια δήλωση που εκθέτει αυτόν αλλά και τον ESM.


Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - ΑΠΕ /Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018, 09:33:17 / Τελευταία Ενημέρωση: 09:51 / Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

«Οι αγορές θα υποδεχθούν την ελληνική οικονομία χωρίς την ανάγκη γραμμής προληπτικής χρηματοδότησης»

Η "καθαρή έξοδος" στις αγορές «δεν είναι ένα κομματικό θέμα και δεν αφορά τα κόμματα, είναι εθνικό θέμα και δεν έχει κανένας δικαίωμα να το υπονομεύει» υποστηρίζει σε συνέντευξη του στο ΑΠΕ - ΜΠΕ ο κ. Διονύσης Χιόνης, καθηγητής Οικονομικών στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και σημειώνει πως όλα τα δεδομένα σήμερα προμηνύουν πως «οι αγορές θα υποδεχθούν την ελληνική οικονομία πίσω, μετά από 8-9 χρόνια, χωρίς την ανάγκη γραμμής προληπτικής χρηματοδότησης».
Ο κ. Χιόνης θα σημειώσει επίσης ότι «η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Οικονομική και Νομισματική Ενωση, όσο και η Ελλάδα θέλουν να τελειώνουν με τα μνημόνια και θέλουν να τελειώνουν όχι μόνο γιατί είναι αναποτελεσματικά και τελικά δεν είχαν τα προσδοκούμενα αποτελέσματα, αλλά δεν βοηθούν και στη γενικότερη μεταστροφή που έχει ανάγκη να κάνει η Ευρώπη προς νέες δομές διαχείρισης της κρίσης, της μεγάλης οικονομικής κρίσης, διαχείριση των οικονομικών της ανάπτυξης, διαχείριση της δημιουργίας των νέων θέσεων εργασίας».
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του Διονύση Χιόνη στο Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στον Δημήτρη Χαροντάκη
ΕΡ: Κύριε Χιόνη ποια είναι η εκτίμησή σας για την πορεία της ελληνικής οικονομίας;
AΠ: Το βασικό διακύβευμα για την ελληνική οικονομία είναι η έξοδος της στις αγορές. H έξοδος στις αγορές θα σηματοδοτήσει μια ουσιαστική στροφή της ελληνικής οικονομίας όχι μόνο σε εθνική βάση. Θα σημάνει τη λήξη των μνημονίων αλλά και μπορεί να εισέλθει η οικονομία σε μια αναπτυξιακή τροχιά. Η σημαντική "στιγμή", λοιπόν, είναι ο Αύγουστος του 2018. Πώς θα υποδεχθούν οι διεθνείς κεφαλαιαγορές την εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους, αν θα μπορεί δηλαδή η ελληνική οικονομία να αντλεί χρήματα από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, προκειμένου να μπορεί να χρηματοδοτεί το εξωτερικό της χρέος. Αυτό είναι το κεντρικό ζητούμενο.
EΡ: Και θεωρείτε ότι είναι δυνατόν να γίνει «καθαρή έξοδος», όπως λέγεται χωρίς πιστοληπτική γραμμή στήριξης ή θα χρειαστεί μία πιστοληπτική γραμμή, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι παράγοντες;
AΠ: Κοιτάξτε, η πιστοληπτική γραμμή στήριξης για να υπάρξει τον Αύγουστο θα έπρεπε ήδη από τώρα να αρχίσει να συζητείται. Είναι κάτι όμως που δεν το θέλει ούτε η ελληνική πλευρά, αλλά ούτε και οι Ευρωπαίοι. Η πιστοληπτική γραμμή στήριξης συνοδεύεται πάντα και από ένα μνημόνιο - δεν υπάρχει διαδικασία που να δίνει κάποιος εγγύηση ή χρήματα χωρίς να συνοδεύεται από ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Αλλά τόσο η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Οικονομική και Νομισματική Ένωση, όσο και η Ελλάδα, θέλουν να τελειώνουν με τα μνημόνια και θέλουν να τελειώνουν, όχι μόνο γιατί είναι αναποτελεσματικά και τελικά δεν είχαν τα προσδοκούμενα αποτελέσματα, αλλά δεν βοηθούν και στη γενικότερη μεταστροφή που έχει ανάγκη να κάνει η Ευρώπη προς νέες δομές διαχείρισης της κρίσης, της μεγάλης οικονομικής κρίσης, διαχείριση των οικονομικών της ανάπτυξης, διαχείριση της δημιουργίας των νέων θέσεων εργασίας.
Και ο ρόλος της πιστοληπτικής γραμμής χρηματοδότησης μπορεί να είναι ένα «μαξιλάρι» που θα δημιουργηθεί από χρήματα που έχουν περισσέψει από τα προηγούμενα μνημόνια και από τις τονωτικές εκδόσεις ομολόγων. Οι αγορές αυτή τη στιγμή - γιατί δεν ξέρουμε τι θα γινει τον Αύγουστο του 2018 - δείχνουν ότι θα υποδεχθούν την ελληνική οικονομία πίσω, μετά από 8-9 χρόνια, χωρίς την ανάγκη γραμμής προληπτικής χρηματοδότησης. Αυτό δείχνουν αυτή τη στιγμή οι αγορές. Την κάθετη πτώση των αποδόσεων των ομολόγων, η οποία προσέξτε δεν συνέβη μόνο τους τελευταίους μήνες αλλά συνέβη όλο το 2017. Δηλαδή, η αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων αποδεικνύει ότι οι αγορές ετοιμάζονται για μια καθαρή έξοδο - αυτό δείχνουν τώρα.
Σε αυτή τη συζήτηση όμως πρέπει να βάλουμε και το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους, δηλαδή οι αγορές δίνουν μηνύματα ότι έτσι όπως είναι η ελληνική οικονομία και το εξωτερικό χρέος θα μπορούσαν να δανειοδοτούν την ελληνική οικονομία με ένα λογικό επιτόκιο. Δεν έχουμε βάλει όμως την παράμετρο αναδιάρθρωσης του χρέους.
ΕΡ: Ποια μπορεί να είναι τα μέτρα αναδιάρθρωσης του χρέους, με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα και πώς αντιλαμβάνονται οι δανειστές την αναδιάρθρωση;
ΑΠ: Φαίνεται αυτή τη στιγμή ότι θα πάμε σε μια κατεύθυνση μιας υβριδικής παρέμβασης. Να συνδεθούν οι αποπληρωμές των τοκοχρεολυσίων με τον ρυθμό ανάπτυξης και ο χρόνος επίσης της αποπληρωμής των τοκοχρεολυσίων με τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Επίσης, υπάρχει και η γαλλική πρόταση, η οποία λέει πως στην περίπτωση κατά την οποία δεν δύναται για τον α ή β λόγο η ελληνική οικονομία να πληρώνει τα τοκοχρεολύσια, να έχουμε μια χρονική μετάθεση αυτών των τοκοχρεολυσίων. Αυτό σημαίνει ουσιαστική ελάφρυνση - γιατί θέλω να σας θυμίσω ότι μεταξύ του 2018 και του 2021 η ελληνική οικονομία έχει να δώσει πάνω από 50 δισ. ευρώ σε τοκοχρεολύσια. Πρόκειται για τεράστιο ποσό. Άρα, κάτι πρέπει να γίνει και αυτό το κάτι το ανακαλύψαμε, όταν το 2105, όταν πλέον χαρακτηρίζουμε το χρέος τόσο εμείς όσο και οι δανειστές ως μη βιώσιμο, ως μη διαχειρίσιμο. Λοιπόν, το πρώτο το οποίο ειπώθηκε είναι ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι διαχειρίσιμο και δεν είναι διαχειρίσιμο γιατί τα τοκοχρεολύσια ξεπερνούν πολύ τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας, άρα κάτι πρέπει να γίνει.
Έτσι αν όλα αυτά τα προσθέσουμε μαζί - δηλαδή τα θετικά μηνύματα που παίρνουμε από τις αγορές συν την οποιαδήποτε παρέμβαση που θα γίνει στο χρέος το καλοκαίρι του 2018 - προμηνύεται ότι θα έχουμε μια «καθαρή έξοδο». Όπως και να έχει όμως το θέμα, εμείς πρέπει να ευχόμαστε και να προσπαθούμε την «καθαρή έξοδο», δεν μπορούμε να αυτουπονομεύουμε την «καθαρή έξοδο» και να ευχόμαστε να έχουμε μνημόνια. Χρειάζεται κανείς να δει τι έγινε στην Πορτογαλία και στην Κύπρο, λίγους μήνες πριν σταματήσουν τα μνημόνια σε αυτές τις χώρες. Το σύνολο του πολιτικού φάσματος είχε μια κατεύθυνση πώς θα πετύχουν την «καθαρή έξοδο», δεν αυτουπονόμευαν αυτή την κορυφαία εθνική διαδικασία και το θέμα της εξόδου της χώρας στις κεφαλαιαγορές ξεπερνά κατά πολύ και το ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ και την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση. Είναι ένα εθνικό θέμα. Σ΄αυτή λοιπόν την πρόταση πρέπει να υπάρχει μια σύγκλιση και μια υποστήριξη. Αν οι μισοί από εμάς υπονομεύουμε με δηλώσεις και με κινήσεις την καθαρή έξοδο νομίζω ότι είναι ό,τι χειρότερο
ΕΡ: Προσφάτως σάς ασκήθηκε πάρα πολύ έντονη κριτική γιατί αμφισβητήσατε τις εκτιμήσεις του κ. Βίζερ, σύμφωνα με τις οποίες το πρώτο εξάμηνο του 2015 στοίχισε στην ελληνική οικονομία 200 δισ. ευρώ. Πώς απαντάτε σε αυτές τις επικρίσεις;
ΑΠ: Ναι, ξέρετε αυτοί οι οποίοι με επέκριναν, με είχαν αμφισβητήσει και τότε που λέγαμε ότι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής είναι λάθος. Είχαν αμφισβητήσει και τότε που μας έλεγε ο κ. Βίζερ, ο κ. Ντασειλμπλουμ, το ΔΝΤ, το 2011, το 2012 ότι σε ένα χρόνο θα τελείωνε η κρίση και πολύ σύντομα θα ξαναρχόμαστε στις αγορές. Με έχουν αμφισβητήσει επανειλημμένως, όταν αμφισβητούμε κάτι το οποίο δεν μπορεί να σταθεί ούτε οικονομικά ούτε λογικά.
Εγώ αυτό το οποίο είπα είναι ότι δεν μπορεί για το πρώτο εξάμηνο του 2015 η ζημιά να είναι 200 δισ. ευρώ, όταν το ΑΕΠ της χώρας όλο το 2015 ήταν 177,5 δισ. ευρώ. Ξέρετε ακόμα και οι ζημιές γι' αυτούς που ξέρουν δημόσιους λογαριασμούς, αποτυπώνονται στο ΑΕΠ. Η ζημιά, λοιπόν, δεν μπορεί να είναι τόση. Με προβληματιζει, όμως, ξέρετε η ένταση και η ευρύτητα αυτών των αμφισβητήσεων, που ενώ θα έπρεπε όλοι να συντασσόμεθα πίσω από μια άποψη που λέει ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια φάση που θα μπορούσε να δει την έξοδο από την κρίση, όπου θα μπορέσει να κεφαλαιοποιήσει στις συζητήσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους τα λάθη που έχουν γίνει - και είναι πολλά τα λάθη. Kαι αυτά δεν έχουν επισημανθεί μόνο από εμένα ή από την ελληνική πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά πλέον τα λάθη τα οποία έχουν γίνει στο ελληνικό μνημόνιο είναι θέματα που διδάσκονται στα διεθνή πανεπιστήμια έτσι;
Και ενώ θα έπρεπε λοιπόν αυτά τα λάθη να τα κεφαλοποιήσουμε σε οποιεσδήποτε συζητήσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους προς όφελος της χώρας, βλέπουμε ότι ένα εγχώριο σύστημα κάνει ακριβώς το αντίθετο μόνο και μόνο για να προσκομίσει βραχυχρόνια κομματικά οφέλη. Εγώ, λοιπόν, θα ήθελα να κλείσω με το εξής: ότι το θέμα της επανόδου της ελληνικής οικονομίας στις αγορές δεν είναι ένα κομματικό θέμα και δεν αφορά τα κόμματα, είναι εθνικό θέμα και δεν έχει κανένας δικαίωμα να το υπονομεύει.

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Ανάγκη Έγκυρων Μακροοικονομικών Προβλέψεων


Οι προβλέψεις που έγιναν στα πλαίσια του ελληνικού προγράμματος είναι πλέον συνώνυμες της αστειότητας και φέρουν  μεγάλος μέρος της ευθύνης για την αποτυχία των προγραμμάτων. Και αυτή η αδυναμία πρόβλεψης αναφέρεται  τόσο στα μεγέθη που σχετίζονται με την ανάπτυξη και την ανεργία όσο και με τα δημοσιονομικά μεγέθη. Οι ατυχείς  προβλέψεις,  ορισμένες φορές με σαφή σκοπιμότητα, προκάλεσαν την αδυναμία κατανόησης των πραγματικών προβλημάτων της οικονομίας.   

Χρειάζεται να επισημανθούν  οι προηγούμενες αστοχίες διότι απ’ ότι φαίνεται οι μελλοντικές παρεμβάσεις στο χρέος θα χαρακτηρίζονται από παρεμβάσεις που αφορούν σε ομόλογα υβριδικής μορφής. Αυτά τα ομόλογα   θα συνδέουν το κουπόνι πληρωμής ή τον χρόνο πληρωμής του κουπονιού με τις μακροοικονομικές επιδόσεις. Τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα διότι η μακροχρόνια εποχή των χαμηλών αποδόσεων  και των περιορισμένων  διακυμάνσεων  της αγοράς  ομολόγων έφτασε στο τέλος της. Πλέον η αγορά ομολόγων εισέρχεται σε μια φάση ιδιαίτερα απρόβλεπτη για τις αποδόσεις και για την τιμή. Αυτή η φάση δεν είναι ότι καλύτερο μπορεί να συμβεί για  νέες και σύνθετες εκδόσεις ιδιαίτερα όταν προέρχονται από χώρες που εξέρχονται από μνημόνια και ο  αποπληθωρισμός καθώς και η παγίδα ρευστότητα συνεχίζουν να την απειλούν.

Και επειδή δεν είναι λογικό να υπάρχει σύνδεση του κουπονιού με το δημοσιονομικό αποτέλεσμα η εμπειρία δείχνει ότι η πρόταση θα αφορά   την σύνδεση των κουπονιών και του χρόνου πληρωμής  με τον ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ. Άρα η ανάγκη για ακριβείς προβλέψεις αναφέρεται στην ακριβή πρόβλεψη του ΑΕΠ τόσο βραχυχρόνια όσο και μακροχρόνια.  

Η οποιαδήποτε παρέμβαση στο χρέος θα είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αισιόδοξες προβλέψεις για το ΑΕΠ θα συνοδεύονται από την κανονικότητα των πληρωμών οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις είναι εντελώς ανεδαφικές. Οι ρεαλιστικές προβλέψεις για τα μακρο μεγέθη θα βοηθήσουν στην εξομάλυνση των πληρωμών.