Translate

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Το Grexit είναι πάντα εδώ (περιοδικό Επίκαιρα 6/10/2017)

 Το πρόβλημα με την οικονομική κρίση είναι ότι το συλλογικό φαντασιακό ανέπτυξε έναν ιδιαίτερο τρόπο που την αντιλαμβάνεται. Νομίζω ότι σε πολλές περιπτώσεις μπερδέψαμε το επιθυμητό με την πραγματικότητα.  Η ελληνική κοινωνία ιδιαίτερα όμως η πολιτική ηγεσία δεν θέλησε (;) ποτέ να πιστέψει  ότι η κρίση θα έχει διάρκεια. Ποιός δεν θυμάται τα   λόγια του τότε πρώην υπουργού Οικονομίας  Γ. Παπακωσταντίνου ότι το τέλος της κρίσης και η έξοδος στις αγορές ήταν υπόθεση λίγων μηνών.  Κατόπιν ποιος δεν θυμάται το πιστόλι που έφερνε ό τότε πρωθυπουργός και τις σφαίρες από τις Βρυξέλλες που θα ‘τέλειωναν’ την κρίση. Κάτι ανάλογο είδαμε και μεταγενέστερα όπου κάθε εννέα μήνες περίπου είχαμε και μια ανακοίνωση  για το τέλος της κρίσης. Με αυτό τον τρόπο οι διαπραγματεύσεις κατέληγαν σε έναν οδικό χάρτη μακροοικονομικής σύγκλισης όπου το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν ή έλλειψη ρεαλισμού και η υιοθέτηση υπεραισιόδοξων εκτιμήσεων για την ανάπτυξη, για τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, για τον πληθωρισμό κ.λ.π. που ποτέ δεν υλοποιήθηκαν.


To ενδεχόμενο εξόδου της Χώρας από την ΟΝΕ φαίνεται ότι ακολουθεί μια ανάλογη πορεία.  Η εκτίμηση  για το ενδεχόμενο  Grexit γίνεται περισσότερο με όρους επικοινωνίας και λιγότερο με ουσία.  Aν το Grext είναι το παραγόμενο της επιδείνωσης των οικονομικών παραμέτρων, της αδυναμίας αντιμετώπισης της κρίσης και όχι το αποτέλεσμα των σχέσεων συμπάθειας, αγάπης και κατανόησης από τους ευρωπαίους-δανειστές τότε νομίζω ότι  το ενδεχόμενο εξόδου από την ΟΝΕ συνεχίζει να παραμένει. Όπως και να το κάνουμε το Grexit τροφοδοτείται και ισχυροποιείται από την απόκλιση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας από τον ευρωπαϊκό  μέσο όρο. Ενισχύεται επίσης από την αδυναμία αντιμετώπισης των θεμελιωδών πρoβλημάτων της ελληνικής οικονομίας όπως χρέος, ανταγωνιστικότητα (δηλαδή εξαγωγές) αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου, διατηρήσιμα δημοσιονομικά πλεονάσματα. Σήμερα η αλήθεια είναι ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται σε τρομακτική απόκλιση σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες  όσον αφορά τις οικονομικές επιδόσεις. Aυτή  η  ασυμμετρία της όχι μόνο δυσκολεύει την αντιμετώπιση της κρίσης αλλά και την υλοποίηση κοινών πολιτικών από τα ευρωπαϊκά όργανα. Οσον αφορά τα θεμελιώδη μεγέθη η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας είναι καθηλωμένη και το παραγωγικό μοντέλο του 2016 είναι σχεδόν ίδιο (αν εξαιρεθεί ο κλάδος των κατασκευών) με αυτό του 2008.

Ας σκεφτεί κανείς ότι το Grexit ήταν το αποτέλεσμα της κρίσης χρέους όταν η Ελλάδα είχε δημόσιο χρέος  προς ΑΕΠ 120%. Την ίδια εποχή  τα  μη εξυπηρετούμενα δάνεια του ιδιωτικού  χρέους ανήρχοντο  στο 10%. Σήμερα το  χρέος συνεχίζει να αποτελεί το κυρίαρχο θέμα επιπλέον  μετά το PSI το χρέος είναι  μη εξυπηρετίσιμο. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανέρχονται στο 60% του ΑΕΠ. Αναδιάρθρωση χρέους δεν φαίνεται στον ορίζοντα και ως εκ τούτου  η έξοδος στις αγορές  καθίσταται προβληματική.

Το Grexit βέβαια αποδυναμώνεται  αν πετύχει το αφήγημα της εξόδου από την κρίση και της παραμονής στην ΟΝΕ  με την πολιτική που έχει στο κέντρο  της τις μεταρρυθμίσεις  και τις ιδιωτικοποιήσεις. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αυτή η συνταγή δεν πρόκειται να δουλέψει. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Δεν υπάρχει προηγούμενο. Με  αυτό το αφήγημα ακυρώνεται μια σημαντική  οικονομική καθολικότητα  και για πρώτη φορά στην ιστορία για την έξοδο  από την κρίση δεν θα χρειαστεί ούτε η νομισματική πολιτική  που θα μπορούσε να ενισχύσει την ρευστότητα ούτε η συναλλαγματική πολιτική που θα αύξανε την ανταγωνιστικότητα ούτε η δημοσιονομική πολιτική που θα τροφοδοτούσε την ανάπτυξη.
Σήμερα η οικονομία είναι παγιδευμένη σε μια αναιμική ανάπτυξη που δεν μπορεί να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο ούτε και να προσφέρει θέσεις εργασίας. Είμαστε η μοναδική χώρα στην ΕΕ  με ανύπαρκτο τραπεζικό και ασφαλιστικό σύστημα.  Η ύπαρξη της παγίδας ρευστότητας, του αποπληθωρισμού και των αρνητικών επιτοκίων, της αντίστροφης καμπύλης επιτοκίων,  της μόνιμης μακροχρόνιας ανεργίας  ακυρώνουν ακόμα και την σκέψη  ότι όλα αυτά μπορούν να διορθωθούν με την λειτουργία της αγοράς, με μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις.  Είναι λοιπόν  λογικό σύντομα να αναζητηθούν τα συμπληρωματικά οικονομικά εργαλεία όπως αυτό της συναλλαγματικής και νομισματικής πολιτικής που θα επιτρέψουν μια ουσιαστική αντιμετώπιση της κρίσης.


Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν και ορισμένα νεοεισερχόμενα φαινόμενα που έχουν προκύψει τον  τελευταίο καιρό.  Καταρχήν είναι η διακηρυγμένη θέση των ηγετών της ΟΝΕ για την ΟΝΕ των δύο ή και τριών ταχυτήτων. Η θέση αυτή δημοσιοποιήθηκε στην  σύνοδο κορφής της Μάλτας, στην έκτακτη συνάντηση στο Παρίσι αλλά και στις συχνές αναφορές της καγκελαρίου Μέρκελ. Στην συνέχεια βλέπουμε στους Έλληνες πολίτες  να  συσσωρεύεται ένας θυμός  που προέρχεται από την συνεχή διάψευση των προσδοκιών και  τις αλλεπάλληλες προσβολές των ευρωπαίων αξιωματούχων. Ο θυμός γιγαντώνεται  και από τις προσπάθειες  παρέμβασης στην ελληνική δικαιοσύνη. Η  υπόθεση Γεωργίου είναι μοναδική στα δικαστικά χρονικά. Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την συνεχώς διευρυνόμενη μερίδα των Ελλήνων που αμφισβητούν την  δυνατότητα εξόδου από την κρίση εντός ΟΝΕ δημιουργούν ένα εκρηκτικό κλίμα που σύντομα θα ζητήσει διέξοδο. Και αυτή η διέξοδος δεν θα μπορεί να είναι άλλη από την πόρτα της εξόδου από την ΟΝΕ. 

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Επενδύσεις και Κοινωνικό Κόστος



H απάντηση στην ερώτηση αν θέλουμε επενδύσεις είναι αυτονόητη. Νομίζω όμως ότι είναι λάθος η ερώτηση. Η σωστή διατύπωση της ερώτησης είναι : ’με ποιο κόστος θέλουμε επενδύσεις’; Και όταν αναφέρομαι στο κόστος  εννοώ το  περιβαλλοντικό, το χρηματοοικονομικό και την δέσμευση πόρων από εναλλακτικές τοποθετήσεις, το κόστος  που συνεπάγεται από την  παραβίαση του ανταγωνισμού και του  ιδιοκτησιακού καθεστώτος κ.λ.π.


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από το 1975 και μετά η ελληνική κοινωνία πείστηκε ότι το ΑΕΠ και κατ επέκταση οι θέσεις εργασίας παράγονται από τον δημόσιο τομέα επομένως δεν θέλουμε επενδύσεις με κόστος.  Θέλουμε επενδύσεις με το ελαχιστότατο  κόστος.  Σ’  αυτή την λογική με περισσή ευκολία δημιουργήσαμε συνταγματικά κολλήματα της επιχειρηματικής δραστηριότητας  που σχετίζονται με τις χρήσεις γής και το περιβάλλον. Σήμερα το 1/3 της αξιοποιήσιμης  έκτασης έχει χαρακτηριστεί Natura και συνθήκη Ramsar. To υπόλοιπο 70% διεκδικείται από την δασική υπηρεσία, την αρχαιολογική υπηρεσία ενίοτε από τους δήμους και το Κράτος  και ότι περισσέψει  χαρακτηρίζεται  ως περιοχή υψηλής παραγωγικότητας.  Δεδομένου ότι εν έτη 2017 δεν υπάρχουν δασικοί χάρτες και επίσης δεν έχει ολοκληρωθεί το εθνικό κτηματολόγιο, δεν έχουν προσδιοριστεί  οι χρήσεις γής είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί μια έκταση μεγαλύτερη του ενός στρέμματος που να μπορεί να φιλοξενήσει μια παραγωγική δραστηριότητα. Στην συνέχεια έρχεται  η ελληνική περιβαλλοντική νομοθεσία που  είναι αρκετά αυστηρή. Και αυτό είναι το ένα μέρος του προβλήματος το άλλο μέρος του προβλήματος είναι ότι η δημόσια διοίκηση και οι δικαστικές Αρχές που είναι επιφορτισμένες με την παρακολούθηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας είναι εξαιρετικά δυσκίνητες. Τα παραδείγματα των επενδύσεων που βρίσκονται στην αναμονή για την έκδοση αποφάσεων πέραν της δεκαετίας είναι  πολλά. Αυτό το θεσμικό πλαίσιο έχει δημιουργηθεί κατά τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να εξασφαλίζει μηδενικό κόστος για την κοινωνία.


Δεδομένου ότι παραγωγική δραστηριότητα χωρίς επιβάρυνση δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί η οποιαδήποτε αλλαγή και επιτάχυνση των επενδύσεων σημαίνει αυτόματα και μεγαλύτερο κόστος. Με άλλα λόγια πρέπει να αποφασίσει η κοινωνία ότι  θα πρέπει να γίνει περισσότερο ανεκτική στο περιβαλλοντικό κόστος, στο κόστος της παραβίασης των χαρακτηρισμών γής κ.λ.π. Τότε θα μπορέσει να προσαρμοστεί και το θεσμικό περιβάλλον και να επιταχυνθούν οι επενδύσεις.  Αρα. Η επιτάχυνση των επενδύσεων πρέπει να ξεκινήσει από την συνειδητοποίηση ότι θα πρέπει να ανεχθούμε ένα μεγαλύτερο κόστος και αμέσως μετά να ακολουθήσει η συνταγματική αναθεώρηση. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα πρέπει να ανεχθούμε την ανεργία και την υποαπασχόληση.