Translate

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Εκούσιες Ψευδαισθήσεις και τα Στατιστικά Λάθη Τύπου ΙΙ

Κατά την διαδικασία προβλέψεων, στατιστικών και ελέγχου υποθέσεων πραγματοποιούμε πολύ συχνά λάθη τύπου ΙΙ. Σύμφωνα με αυτή την κατηγορία λαθών  δεν μπορούμε να απορρίψουμε υποθέσεις που είναι λάθος. 

Από την αρχή της εφαρμογής των μνημονίων αλλά και κατά την διαδικασία αναδιάρθρωσης του χρέους έγιναν πολλές υποθέσεις αλλά και προβλέψεις. Θεμελιώθηκαν τα εφαρμοζόμενα μέτρα  πάνω στην λογική ότι οι θυσίες που θα χρειαστούν στην αρχή του προγράμματος θα οδηγήσουν αρκετά γρήγορα σε σαφή βελτίωση του ΑΕΠ, του χρέους, των τραπεζών κ.λ.π. Ετσι στην αρχή του πρώτου μνημονίου τα αυστηρά δημοσιονομικά μέτρα αιτιολογήθηκαν με την λογική ότι το 2017 θα επανερχόταν το χρέος σε βιώσιμα επίπεδα και το 2015 το ΑΕΠ θα αποκαθιστούσε τις απώλειες του. Στην συνέχεια οι εσφαλμένες προβλέψεις βοήθησαν την αποδοχή του δεύτερου μνημονίου αλλά και του PSI. To ίδιο σενάριο ίσχυσε και κατά το τρίτο μνημόνιο με πληθώρα υποσχέσεων για την βελτίωση των μακροοικονομικών μεταβλητών που ποτέ δεν επαληθεύτηκαν. Αυτές οι προβλέψεις που υποβοήθησαν την αποδοχή των προγραμμάτων δημοσιοποιούντο από του επίσημους φορείς ΕΕ και ΔΝΤ  υιοθετούντο από το Υπ. Οικονομικών και την Τράπεζα της Ελλάδος και υποστηρίζονταν από τις τράπεζες.

Σε δεύτερο χρόνο τα ΜΜΕ αναλάμβαναν τον ρόλο της διάχυσης αυτών των σεναρίων στην ελληνική κοινωνία  με τέτοιο τρόπο όπου όποιος αμφισβητούσε την εξ' αποκαλύψεως αλήθεια δεν δικαιούντο για να ομιλεί. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκαν οι ικανές και αναγκαίες συνθήκες για την διάπραξη του type II error. Δυστυχώς η ελληνική κοινωνία δεν μπόρεσε να απορρίψει τις καταφανέστατα λανθασμένες προβλέψεις και με αυτό τον τρόπο δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί. Είχαμε φτάσει πολλές φορές στο σημείο να ποινικοποιούμε την έκφραση οποιουδήποτε προβληματισμού ή διαφοροποιημένης άποψης. Με αυτό τον τρόπο η κυρίαρχη ιδεολογία εγκαθιστούσε ένα πρόγραμμα που διεκδικούσε το αλάθητο της εθνικής σωτηρίας. Οταν ερχόταν η διάψευση κυκλοφορούσε ένα άλλο σενάριο με λίγο διαφοροποιημένες προβλέψεις αλλά με διαφοροποποιημένο πολιτικό λόγο και το παιχνίδι παιζόταν από την αρχή. 

Αυτό το παίγνιο φαίνεται να συνεχίζεται όσο δεν υπάρχει η έννοια της απολογίας και της κοστολόγησης των λαθών. Με άλλα λόγια ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό  του χρέους ως βιώσιμο ή μη βιώσιμο τα έτη 2013-2018 τα αποτέλεσμα για την οικονομία ήταν περίπου το ίδιο: τα τοκοχρεωλύσια πληρώνονταν από επιπλέον δανεισμό. Η ώρα της απολογίας και του καταλογισμού των λαθών θα φανεί από την λειτουργία της αγοράς. Στην διεθνή κεφαλαιαγορά και ιδιαίτερα στην αγορά ομολόγων η διάπραξη type II error αποτιμάται ακριβά.   

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Ηγγικεν η Ωρα των Αποφάσεων



Φθάσαμε στο σημείο που τόσο εμείς όσο και οι Ευρωπαίοι εταίροι  φοβόμασταν. Φθάσαμε στο σημείο που ευχόμαστε να μην είχαμε  φτάσει. Φθάσαμε στο σημείο όπου   θα πρέπει να συνδυάσουμε τα αδύνατα όχι πλέον στην θεωρία και στην ακατάσχετη υποσχολογία αλλά στην πράξη. Οσο βρισκόμασταν εντός μνημονίων τόσο εμείς όσο και οι θεσμοί είχαμε την πολυτέλεια να οικονομολογούμε έχοντας την ασφάλεια ότι το πρακτικό και εφαρμόσιμο κομμάτι αυτής της συζήτησης θα αναβαλλόταν για αργότερα. Kαι όποιος αμφισβητούσε την εγκυρότητα των   προβλέψεων ήταν ή δραχμιστής ή ανθέλληνας.  

Hρθε λοιπόν η ώρα που πρέπει η ελληνική οικονομία να τετραγωνίσει τον κύκλο έτσι ώστε να επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη, την ίδια ώρα να αποπληρώσει ορισμένα από τα ‘χρωστούμενα’ στους δανειστές οι οποίοι με την σειρά τους θέλουν να περιορίσουν την εμπλοκή τους στο ελληνικό πρόβλημα και παράλληλα να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή στην ελληνική κοινωνία.
Το πρόβλημα είναι ότι η ανάπτυξη ακόμα και στα ποιο αισιόδοξα σενάρια προβλέπται αναιμική. Το άλλο πρόβλημα είναι ότι η ελληνική οικονομία φαίνεται να έχει δυσκολίες να εκπληρώσει τον ηράκλειο άθλο των δημοσιονομικών πλεονασμάτων της τάξεως του 3,5% μέχρι το 2022 και 2% μέχρι το 2060.  Το τρίτο πρόβλημα έχει να κάνει με το χρέος. Παρόλες  τις εναγώνιες προσπάθειες της χρηματοοικονομικής τεχνικής του ΔΝΤ  η βιωσιμότητα του χρέους παραμένει το ζητούμενο.

Η λύση του παραπάνω πάζλ θα μπορούσε να είναι αρκετά πιο εύκολη αν υπήρχε ανάπτυξη. Δυστυχώς όμως οι προβλέψεις   όλων των εμπλεκομένων στο ελληνικό πρόγραμμα δείχνουν (στην καλύτερη περίπτωση)  ότι η ελληνική οικονομία θα έχει αναπτυξιακούς ρυθμούς καθηλωμένους σε ένα πλαίσιο αναιμικής ανάπτυξης μέχρι το 2060. Αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο μέχρι το 2020 όπου αναμένεται το ΑΕΠ να αυξηθεί μέχρι και 2,5% το υπόλοιπο χρονικό διάστημα δεν αναμένεται να ξεπεράσει το 1,5%.

Τα παραπάνω συμπεράσματα προέρχονται από μια απλή ανάλυση των ελληνικών δεδομένων είναι γνωστά στο ΕSM καθώς και  στην ΕΕ. Επομένως το ερώτημα που προκύπτει είναι για ποιο λόγο δεν προχωρούν σε μια ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους που θα μπορούσε να αποτελέσει την λύση. Από την παράθεση των παραπάνω στοιχείων εύκολα γίνεται κατανοητό ότι η λύση στο αδιέξοδο μπορεί να έλθει από την αναδιάρθρωση του χρέους. Ας υποθέσουμε ότι το καλοκαίρι του 2018 γίνεται μια ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους. Το αποτέλεσμα θα είναι η αισθητή μείωση των τοκοχρεωλυσίων και άρα των απαιτούμενων δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Αν μειωθεί ο δημοσιονομικός στόχος τότε απελευθερώνονται πόροι για την άσκηση αναπτυξιακής πολιτικής που θα επιταχύνει την εξέλιξη του ΑΕΠ. Το πρόβλημα είναι ότι   χρηματοοικονομική μηχανική του ελληνικού χρέους έχει εξαντλήσει τα όριά της και  δεν μπορεί να σταθεροποιήσει ένα εκ θεμελίων ασταθές σύστημα χρέους.  Για αυτό τον λόγο η οποιαδήποτε  αναδιάρθρωση θα μεταφραστεί  σε ονομαστικές απώλειες από τους δανειστές και αυτό θέλουν πάση θυσία να αποφύγουν.    


Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Θεολογική Οικονομία ή Wieser-nomics



Είναι αλήθεια ότι από την πρώτη στιγμή εφαρμογής των μνημονίων δυσκολευτήκαμε πολύ να κατανοήσουμε την σκοπιμότητα, το θεωρητικό πλαίσιο πάνω στο οποίο δομήθηκαν τα μέτρα πολιτικής και την οικονομική λογική πολλών μέτρων. Κατόπιν άρχισε η εποχή των τραγικών λαθών. Τότε  εγκαινιάστηκε η θεολογική οικονομία. Δηλαδή η οικονομία των αξιωμάτων.  Αναπτύχθηκε αυτό που λέμε θεολογική οικονομία. Με άλλα λόγια με μεγάλη ευκολία οποιοσδήποτε έχοντας μια θέση ευθύνης ισχυριζόταν οτιδήποτε χωρίς να μπαίνει στον κόπο ούτε να το δικαιολογεί αλλά ούτε και να το αποδεικνύει. Το τραγικό σ’ αυτή την ιστορία  δεν είναι μόνο ότι αυτές οι δηλώσεις  αποτελούσαν  το θέσφατο της οικονομικής πολιτικής αλλά ότι έβρισκαν  ένα πλέγμα πρόθυμων υποστηρικτών στην ελληνική κοινωνία.

Μάταια αναζητούσαμε ένα στοιχειώδες οικονομικό υπόδειγμα της ελληνικής οικονομίας που να μπορεί να υποστηρίζει στοιχειωδώς τις αποφάσεις και να ποσοτικοποιεί τα μέτρα.  Με αυτό τον τρόπο αποδεχτήκαμε  τα λάθη του PSI, του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή, της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και τέλος της  αποτυχίας των  προβλέψεων του συνόλου των οικονομικών μεταβλητών (πληθωρισμός, ΑΕΠ, απασχόληση, εξαγωγές κ.λ.π.)   Ετσι μετά από οκτώ χρόνια νομίζω δικαίως απονέμεται στο ελληνικό πρόγραμμα η ‘διάκριση’ του πλέον αποτυχημένου προγράμματος.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι δηλώσεις Bίζερ (T. Wieser).  Σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει την οικονομική βάση αιτιολόγησης των αποτυχιών και αποποίησης των ευθυνών  δήλωσε ότι το κόστος της διαπραγμάτευσης το α' εξάμηνο του 2015 ανήλθε στα 200 δισ. Έκανε αυτή την δήλωση χωρίς  να μπεί στον κόπο να  εξηγήσει ποιό είναι το σχετικό υπόδειγμα της οικονομίας  που καταλήγει σ’ αυτό το σημαντικό συμπέρασμα. Η ζημιά των 200 δις το α’ εξάμηνο του 2015 όταν η οικονομία παρήγαγε συνολικό ΑΕΠ 175,7  δις ευρώ και με αποπληθωριστή του ΑΕΠ -1% πολύ δύσκολα τεκμηριώνεται.

Καλό θα είναι να γνωρίζουμε  ότι τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αυστρία ή στην ΕΕ ακόμα και στην Ζιμπάμπουε ο προσδιορισμός του ΑΕΠ γίνεται ως το άθροισμα όλων των χρηματικών αξιών των τελικών προϊόντων που παράγονται κατά την διάρκεια ενός έτους σε μια οικονομία. Μπορούμε να  δούμε το ΑΕΠ από την πλευρά της προσφοράς  ή της ζήτησης  ή ακόμα από την πλευρά του προσδιορισμού μέσω της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Πριν γίνει οποιαδήποτε σχετική δήλωση για το ΑΕΠ  από έναν οικονομολόγο καλό είναι να γνωρίζει  ότι  το ΑΕΠ είναι ένας τρόπος  να μετρήσουμε την αξία της παραγωγής όπως φθάνει στους αγοραστές είτε καταναλωτές είτε επιχειρήσεις  δηλαδή την αξία των τελικών προιόντων.  Ενας άλλος τρόπος  είναι να μετρήσουμε το σύνολο των δαπανών για την αγορά των παραγόμενων  (κατανάλωση, επένδυση, δημοσιονομική δαπάνη) και τέλος,  ο τρίτος τρόπος είναι να μετρήσουμε τα εισοδήματα που δημιουργήθηκαν στην διαδικασία παραγωγής (μισθούς, τόκους, κέρδη, ενοίκια).  

Σύμφωνα με τα παραπάνω η ζημιά των 200 δις ευρώ θα πρέπει να απεικονίζεται σε μια από τις παραπάνω μεταβλητές. Θα πρέπει να καταγράφεται στην κατανάλωση,  στην επένδυση στην δημόσια κατανάλωση στα κέρδη, στα εισοδήματα, στην προστιθέμενη αξία ενός κλάδου. Αν έμπαινε στον κόπο ο κύριος Βίζερ να έριχνε  μια ματιά στους εθνικούς λογαριασμούς του 2015 και διαπίστωνε  ότι η τελική καταναλωτική δαπάνη ανήλθε στα 167,679 δις,  η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία σε  164,946 δις  και η συνολική εγχώρια ζήτηση ανήλθε στα 175,445 δις σίγουρα δεν θα πρόσθετε άλλη μια δήλωση που εκθέτει αυτόν αλλά και τον ESM.