Translate

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Σχόλιο για το προσχέδιο του προϋπολογισμού 2018

Τα τελευταία επτά χρόνια οι επανειλημμένες διαψεύσεις των επίσημων και ανεπίσημων προβλέψεων για τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία αποδεικνύουν την εξαιρετική μεταβλητότητα των μακροοικονομικών μεγεθών και την δυσκολία κατανόησης των εξελίξεων ακόμα και σε βραχυχρόνιο επίπεδο. Συγκεκριμένα η αβεβαιότητα για τις εξελίξεις συνδέεται με τις πολιτικές αποφάσεις που θα ληφθούν το 2018 και αναμένεται να έχουν καθοριστικές επιδράσεις στην διαμόρφωση του οικονομικών επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας. Αποφάσεις όπως η αναδιάρθρωση του χρέους, η επέκταση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, η αναπτυξιακή βοήθεια, η λειτουργία των τραπεζών αλλά και ο δημοσιονομικός στόχος είναι ορισμένες μόνο από τις αποφάσεις όπου μπορούν να μεταβάλλουν άρδην το οικονομικό κλίμα. 

 Το κεντρικό ζητούμενο στον κρατικό Προϋπολογισμό για το 2018 είναι η ανάπτυξη και η διατηρήσιμη  θετική μεταβολή του ΑΕΠ. Και αυτό διότι σύμφωνα με την συμφωνία του Αυγούστου 2015 από τον Αύγουστο του 2018 η Ελλάδα θα μπορέσει να καλύψει από τις κεφαλαιαγορές τις δανειακές της ανάγκες. Επομένως η συνέχιση της ύφεσης και της στασιμότητας θα δυσχέραινε εξαιρετικά την έξοδο στις αγορές διευρύνοντας τα spreads ελληνικών ομολόγων. Εκτός των παραπάνω  η αναγκαιότητα για την αναστροφή της κρίσης προέρχεται από την ανάγκη αντιμετώπισης της εκτεταμένης φτωχοποίησης και της μεγάλης ανεργίας. Η έκρυθμη κοινωνική κατάσταση και οι μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες κάνουν πιο επιτακτική την συζήτηση για την ανάπτυξη.  Σε αυτό το πλαίσιο στον προυπολογισμό του 2018 η επίτευξη θετικών ρυθμών ανάπτυξης αποτελεί έναν ισοβαρή στόχο με αυτόν της δημοσιονομικής σταθεροποίησης.  

Πρέπει να επισημανθεί ότι ο  βραχυχρόνιος αναπτυξιακός στόχος δύναται να επιτευχθεί με βραχυχρόνια μέτρα πολιτικής που μπορούν να επιδράσουν αυξητικά στο ΑΕΠ. Κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικό στον σχεδιασμό της αναπτυξιακής πολιτικής και στην δέσμη μέτρων που προτείνονται και συμπεριλαμβάνονται στον προυπολογισμό να γίνει ένας ουσιαστικός διαχωρισμός μεταξύ βραχυχρόνιων και μακροχρόνιων αναπτυξιακών μέτρων. Η σύγχυση και η αλληλοεπικάλυψη των βραχυχρόνιων με τα μακροχρόνια μέτρα αναπτυξιακής πολιτικής προκαλεί σύγχυση ως προς τους στόχους πολιτικής και τα χρησιμοποιούμενα μέσα και τελικά περιορίζει την αποτελεσματικότητα. Ετσι, για μια ακόμα φορά χρειάζεται να διακρίνουμε τους προσδιοριστικούς παράγοντες της ανάπτυξης και επίσης να ξεκαθαρίσουμε το μακροχρόνιο από το βραχυχρόνιο.

Στα βραχυχρόνια μέτρα αναπτυξιακής πολιτικής συμπεριλαμβάνονται η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων. Η θετική μεταβολή των παραπάνω μπορεί να παρουσιάσει άμεσα αποτελέσματα στο ΑΕΠ έχοντας σημαντικό πολλαπλασιαστή. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εμφάνιση μεγαλύτερης ύφεσης από την προβλεπόμενη τα τελευταία χρόνια συνδέεται άμεσα με τον περιορισμό  της ιδιωτικής κατανάλωσης.  Στον πίνακα 1 παρουσιάζεται η κατακόρυφη μείωση της καταναλωτικής δαπάνης σε απόλυτους αριθμούς και σε ποσοστό ως προς το ΑΕΠ.

Ενας ακόμα λόγος που συνηγορεί υπέρ της αύξησης των προαναφερομενων μακροοικονομικών μεγεθών είναι η καθοριστική τους συμβολή   στην αντιμετώπιση του προβλήματος του αποπληθωρισμού και της παγίδας ρευστότητας που απειλούν την ελληνική οικονομία. Η μακροχρόνια διατήρηση του αποπληθωρισμού ή του πολύ μικρού πληθωρισμού και η αναποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής στην περιοχή της παγίδας ρευστότητας αναστέλλει μεγάλο μέρος των προγραμματισμένων αναπτυξιακών αποτελεσμάτων.

Στον σχεδιασμό της αναπτυξιακής πολικής είναι χρήσιμο να επισημανθεί ότι   όπως παρουσιάζεται η διάρθρωση της οικονομίας ο κύριος προσδιοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη παραμένει η ιδιωτική κατανάλωση. Η ιδιωτική κατανάλωση συνεχίζει να συνεισφέρει στην διαμόρφωση του ΑΕΠ με συνεισφορά  που συνεχίζει να κυμαίνεται μεταξύ 45 και 50%. Ακολουθούν με μικρότερα ποσοστά συνεισφοράς οι επενδύσεις, οι δημόσιες επενδύσεις και οι εξαγωγές.  Άρα αν στόχος του προϋπολογισμού του 2018 είναι η επίτευξη υψηλού ρυθμού ανάπτυξης σε βραχυχρόνιο επίπεδο στην ελληνική οικονομία πρέπει να  ενισχύσει την ιδιωτική κατανάλωση. Για την ενίσχυση όμως της κατανάλωσης βασικός προσδιοριστικός παράγοντας είναι η αύξηση του διαθεσίμου εισοδήματος. Δεδομένου ότι είναι εξαιρετικά δύσκολη η ενίσχυση του διαθεσίμου εισοδήματος του συνόλου των καταναλωτών η ενίσχυση πρέπει να επικεντρωθεί στο τμήμα εκείνο με την μεγαλύτερη ροπή προς κατανάλωση. Επομένως το επόμενο ερώτημα είναι ποιο τμήμα του πληθυσμού  έχει την μεγαλύτερη οριακή ροπή για κατανάλωση προκειμένου να παρουσιαστούν τα μεγαλύτερα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα. Tα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια έχουν την μεγαλύτερη ροπή για κατανάλωση.  Επομένως είναι προς την σωστή κατεύθυνση τα μέτρα για την αναδιανομή του εισοδήματος με την μορφή μεταβιβαστικών πληρωμών προς τις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις έτσι ώστε να επιτευχθεί η άμεση ενίσχυση της κατανάλωσης των εισοδηματικών τάξεων με την υψηλή οριακή ροπή για κατανάλωση.

Πίνακας 1: Κατανάλωση και Διαθέσιμο Εισόδημα Νοικοκυριών και μη Κερδ. Ιδρυμάτων που Εξυπηρετούν Νοικοκυρία


2008
2009
2010
2011
2012
2013
2014
2015
2016
Τελική Καταναλωτική Δαπάνη
163039
161838
156803
144678
133668
127853
125441
122969
121737
Ακαθ. Διαθέσιμο εισόδημα
170167
173297
159701
145918
133568
122151
121095
116675
114009

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ



 Το επόμενο βραχυχρόνιο μέτρο για την επίτευξη θετικών ρυθμών ανάπτυξης είναι οι δημόσιες επενδύσεις.  Η δημοσιονομική επέκταση αποτέλεσε το κλασσικό μέτρο αντιμετώπισης των μεγάλων οικονομικών κρίσεων. Τελευταία το αντιπροσωπευτικότερο  παράδειγμα δίνεται από τις  ΗΠΑ, όπου η κρίση αντιμετωπίστηκε   με μεγάλες  δημόσιες επενδύσεις. Αυτές κατευθύνθηκαν σε τομείς που στοχευμένα θα κινητοποιούσαν εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν στο συγκεκριμένο αντικείμενο (δημόσια έργα, δίκτυα, εθνικοί δρόμοι κ.λπ.) το έργο είχε μόλις περαιωθεί.
Το ίδιο συνέβη και με τις άλλες   οικονομίες όπως η Ισπανία όπου η επαναφορά στην ανάπτυξη συνοδεύτηκε από μεγάλο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων χρηματοδοτούμενο σε πολλές περιπτώσεις από τον εξωτερικό δανεισμό. Με αυτό τον τρόπο κινητοποιούνται τα λιμνάζοντα επενδυτικά κεφάλαια παρασύροντας σε ανοδική τροχιά και τις δυνάμεις της εργασίας που ολοκληρώνουν τον κύκλο και της αύξησης της καταναλωτικής δαπάνης η οποία είναι πολύ σημαντική για την άνοδο και της εθνικής οικονομίας.

Στην Ελλάδα οι   προϋπολογισμοί των τελευταίων ετών (και ο τρέχων, αλλά και ο κατατεθείς για το 2018) βρίσκονται στον αντίποδα αυτής της λογικής. Αν δεν υπήρχαν τα υπόλοιπα από τα ΕΣΠΑ 2007-2013 και το νέο ΕΣΠΑ (2014 -2020) εθνικοί πόροι οι δημόσιες επενδύσεις θα είχαν σχεδόν εξαφανιστεί. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί με το ιστορικό αυτό χαμηλό των δημοσίων επενδύσεων να δημιουργηθεί το κατάλληλο επενδυτικό κλίμα. Η δυσμενής αυτή συνθήκη σε συνδυασμό με την πιστωτική ασφυξία   δεν δημιουργεί συνθήκες ουσιαστικής ανάκαμψης αλλά απεναντίας συνθήκες ενεργοποίησης του φαύλου κύκλου ύφεση, αποπληθωρισμός, μεγέθυνση του χρέους.  


Στο προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2018  οι δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις παραμένουν στα ίδια επίπεδα με το 2017 στα 6,75 δις. ευρώ. Ωστόσο το ποσοστό των επενδύσεων σε σχέση με το ΑΕΠ του 2018 μειώνεται κατά 1,1%. Συγκεκριμένα από τα 6,75 δις. ευρώ το μεγαλύτερο τμήμα  5,75 δις. ευρώ, προέρχεται από τη συγχρηματοδότηση έργων από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το 1 δις. ευρώ αποκλειστικά για χρηματοδότηση από Εθνικούς πόρους. Πιο αναλυτικά, ποσό ύψους 4,06 δις. Ευρώ αφορά δραστηριότητες του νέου ΕΣΠΑ (Περιόδου 2014-2020), 1,69 δις. Ευρώ θα διατεθεί για την χρηματοδότηση άλλων συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων και μόνο το 1 δις. ευρώ προέρχεται από τους εθνικούς πόρους το οποίο θα διατεθεί για την ενίσχυση δράσεων των Υπουργείων και των Περιφερειών.
Επομένως ο προϋπολογισμός του 2018 παρά την προϋπολογισθείσα μεγέθυνση του ΑΕΠ για το 2018 παραμένει σε περιοριστικές πολιτικές χωρίς να  αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες. Η ακύρωση του αποτελέσματος των δημοσίων επενδύσεων φαίνεται ότι επεκτείνεται και τα επόμενα έτη διότι σύμφωνα με το πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων που κατατέθηκε από την Κυβέρνηση για το διάστημα  2017-2020 οι δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις υπολογίζονται σωρευτικά στα 27,5 δις. Ευρώ δηλαδή σταθεροποιούνται στα 6,7 δις ανά έτος. Το κενό αυτό του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων θα μπορούσε να καλυφθεί από την υλοποίηση μεμονωμένων προγραμμάτων περιφερειακής ανάπτυξης και προγραμμάτων κλαδικής πολιτικής που μπορούν να προκύψουν από το δημοσιονομικό πλεόνασμα.

Οπως ήδη αναφέρθηκε διαφοροποιείται η συζήτηση αν μιλάμε για μακροχρόνια αποτελέσματα. Σ αυτή την περίπτωση χρειαζόμαστε ιδιωτικές επενδύσεις καθώς και αύξηση της παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής και τεχνολογία. Οι προσπάθειες αυτές απαιτούν την συνολική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου  στην εφαρμογή κλαδικής πολιτικής και μεταβολές στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Αυτά τα αποτελέσματα θα εμφανιστούν στην ελληνική οικονομία στο βάθος πενταετίας. Αργότερα οι διαρθρωτικές μεταβολές θα επιφέρουν αποτελέσματα στην οικονομία.

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Αύγουστος 2018. Ο Μήνας της Κρίσης


Eννέα μήνες πρίν τον Αύγουστο του 2018 και ακόμα συζητάμε. Ο επόμενος Αύγουστος είναι ο μήνας της κρίσης. Ολοκληρώνεται το πρόγραμμα ‘βοήθειας’ και θα πρέπει η ελληνική οικονομία να κατορθώνει να καλύπτει μόνη της τις απαιτήσεις του χρέους. Με άλλα λόγια τα χρήματα που θα συγκεντρώνονται από τις εκδόσεις των ομολόγων, των εντόκων γραμματείων του ελληνικού δημοσίου και μέρος του δημοσιονομικού πλεονάσματος  να μπορεί να χρηματοδοτεί τα τοκοχρεολύσια. Για ο πώς θα γίνει αυτό ακόμα δεν έχουμε σαφείς απαντήσεις. Η τελευταία απολογητική συνέντευξη του Β. Σόιμπλε μπέρδεψε περισσότερο τα πράγματα ως προς τις προθέσεις των Ευρωπαίων. Από την άλλη μεριά το ΔΝΤ συνεχίζει να επιμένει για αναδιάρθρωση του χρέους. Δεν μας λέει όμως κανένας πώς μια οικονομία  θα αντλήσει από τις κεφαλαιαγορές 11,5 δις το 2018, 16,5 το 2019, 13,4 το 2020, και 18,13 το 2021. Πιο απλά τα επόμενα τέσσερα χρόνια, που δεν αναμένεται κάτι συγκλονιστικό να έχει συμβεί στην  οικονομία, θα χρειαστούν   28,5 δις για χρεολύσια και 30,3 για τόκους. Και με την ασφαλή υπόθεση ότι δεν θα χρειαστούν χρήματα για κάποια επιπλέον ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.


Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι τα βραχυχρόνια μέτρα για το χρέος που αποφασίστηκαν στο eurogroup του Νοεμβρίου 2016 θα βελτιώσουν τα πράγματα. Ο αντίλογος είναι ότι αυτά τα μέτρα αφορούν την μετακύλιση των τόκων. Δηλαδή αφορούν σε μέτρα που θα μειώσουν τα οφειλόμενα 30 δις σε τόκους.  Οσο και δραστικά να είναι αυτά τα μέτρα παραμένει ένα τεράστιο βάρος.  Η άλλη λύση είναι η ενεργοποίηση της προληπτικής χρηματοδότησης από τον ESM. To πρόβλημα σ’ αυτή την λύση είναι ότι ο ESM δεν έχει την δυνατότητα να στηρίξει τόσο μεγάλες εκδόσεις,  δεν φαίνεται να έχει την διάθεση να παίξει τον ρόλο του αναδόχου, δεν το έχει ξανακάνει ποτέ στο παρελθόν και τέλος δεν γνωρίζουμε αν θα υπάρχει ESM μέχρι τότε.  Η άλλη ασφαλιστική δικλείδα είναι το δημοσιονομικό πλεόνασμα το οποίο έχει προϋπολογιστεί για την πληρωμή των τόκων. Αυτό όμως το κονδύλι είναι αμφιβόλου αποδόσεως δεδομένης της πορείας της οικονομίας.

Προς το παρόν όλα αυτά δεν φαίνεται να απασχολούν κανέναν στο ευρωιερατείο. Σε πολλές περιπτώσεις δεν θέλουν ούτε να το συζητήσουν θεωρώντας ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και όπως είπε ο Β. Σόμπλε ‘κακώς ασχολούμαστε με αυτό το θέμα’. Δεδομένου ότι από υποσχέσεις είμαστε πλήρης και το θέμα είναι πολύ σοβαρό αναρωτιέμαι  μήπως θα μπορούσαν να είναι λίγο πιο αναλυτικοί για τι μέλλει γενέσθαι;     

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Το Grexit είναι πάντα εδώ (περιοδικό Επίκαιρα 6/10/2017)

 Το πρόβλημα με την οικονομική κρίση είναι ότι το συλλογικό φαντασιακό ανέπτυξε έναν ιδιαίτερο τρόπο που την αντιλαμβάνεται. Νομίζω ότι σε πολλές περιπτώσεις μπερδέψαμε το επιθυμητό με την πραγματικότητα.  Η ελληνική κοινωνία ιδιαίτερα όμως η πολιτική ηγεσία δεν θέλησε (;) ποτέ να πιστέψει  ότι η κρίση θα έχει διάρκεια. Ποιός δεν θυμάται τα   λόγια του τότε πρώην υπουργού Οικονομίας  Γ. Παπακωσταντίνου ότι το τέλος της κρίσης και η έξοδος στις αγορές ήταν υπόθεση λίγων μηνών.  Κατόπιν ποιος δεν θυμάται το πιστόλι που έφερνε ό τότε πρωθυπουργός και τις σφαίρες από τις Βρυξέλλες που θα ‘τέλειωναν’ την κρίση. Κάτι ανάλογο είδαμε και μεταγενέστερα όπου κάθε εννέα μήνες περίπου είχαμε και μια ανακοίνωση  για το τέλος της κρίσης. Με αυτό τον τρόπο οι διαπραγματεύσεις κατέληγαν σε έναν οδικό χάρτη μακροοικονομικής σύγκλισης όπου το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν ή έλλειψη ρεαλισμού και η υιοθέτηση υπεραισιόδοξων εκτιμήσεων για την ανάπτυξη, για τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, για τον πληθωρισμό κ.λ.π. που ποτέ δεν υλοποιήθηκαν.


To ενδεχόμενο εξόδου της Χώρας από την ΟΝΕ φαίνεται ότι ακολουθεί μια ανάλογη πορεία.  Η εκτίμηση  για το ενδεχόμενο  Grexit γίνεται περισσότερο με όρους επικοινωνίας και λιγότερο με ουσία.  Aν το Grext είναι το παραγόμενο της επιδείνωσης των οικονομικών παραμέτρων, της αδυναμίας αντιμετώπισης της κρίσης και όχι το αποτέλεσμα των σχέσεων συμπάθειας, αγάπης και κατανόησης από τους ευρωπαίους-δανειστές τότε νομίζω ότι  το ενδεχόμενο εξόδου από την ΟΝΕ συνεχίζει να παραμένει. Όπως και να το κάνουμε το Grexit τροφοδοτείται και ισχυροποιείται από την απόκλιση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας από τον ευρωπαϊκό  μέσο όρο. Ενισχύεται επίσης από την αδυναμία αντιμετώπισης των θεμελιωδών πρoβλημάτων της ελληνικής οικονομίας όπως χρέος, ανταγωνιστικότητα (δηλαδή εξαγωγές) αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου, διατηρήσιμα δημοσιονομικά πλεονάσματα. Σήμερα η αλήθεια είναι ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται σε τρομακτική απόκλιση σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες  όσον αφορά τις οικονομικές επιδόσεις. Aυτή  η  ασυμμετρία της όχι μόνο δυσκολεύει την αντιμετώπιση της κρίσης αλλά και την υλοποίηση κοινών πολιτικών από τα ευρωπαϊκά όργανα. Οσον αφορά τα θεμελιώδη μεγέθη η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας είναι καθηλωμένη και το παραγωγικό μοντέλο του 2016 είναι σχεδόν ίδιο (αν εξαιρεθεί ο κλάδος των κατασκευών) με αυτό του 2008.

Ας σκεφτεί κανείς ότι το Grexit ήταν το αποτέλεσμα της κρίσης χρέους όταν η Ελλάδα είχε δημόσιο χρέος  προς ΑΕΠ 120%. Την ίδια εποχή  τα  μη εξυπηρετούμενα δάνεια του ιδιωτικού  χρέους ανήρχοντο  στο 10%. Σήμερα το  χρέος συνεχίζει να αποτελεί το κυρίαρχο θέμα επιπλέον  μετά το PSI το χρέος είναι  μη εξυπηρετίσιμο. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανέρχονται στο 60% του ΑΕΠ. Αναδιάρθρωση χρέους δεν φαίνεται στον ορίζοντα και ως εκ τούτου  η έξοδος στις αγορές  καθίσταται προβληματική.

Το Grexit βέβαια αποδυναμώνεται  αν πετύχει το αφήγημα της εξόδου από την κρίση και της παραμονής στην ΟΝΕ  με την πολιτική που έχει στο κέντρο  της τις μεταρρυθμίσεις  και τις ιδιωτικοποιήσεις. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αυτή η συνταγή δεν πρόκειται να δουλέψει. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Δεν υπάρχει προηγούμενο. Με  αυτό το αφήγημα ακυρώνεται μια σημαντική  οικονομική καθολικότητα  και για πρώτη φορά στην ιστορία για την έξοδο  από την κρίση δεν θα χρειαστεί ούτε η νομισματική πολιτική  που θα μπορούσε να ενισχύσει την ρευστότητα ούτε η συναλλαγματική πολιτική που θα αύξανε την ανταγωνιστικότητα ούτε η δημοσιονομική πολιτική που θα τροφοδοτούσε την ανάπτυξη.
Σήμερα η οικονομία είναι παγιδευμένη σε μια αναιμική ανάπτυξη που δεν μπορεί να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο ούτε και να προσφέρει θέσεις εργασίας. Είμαστε η μοναδική χώρα στην ΕΕ  με ανύπαρκτο τραπεζικό και ασφαλιστικό σύστημα.  Η ύπαρξη της παγίδας ρευστότητας, του αποπληθωρισμού και των αρνητικών επιτοκίων, της αντίστροφης καμπύλης επιτοκίων,  της μόνιμης μακροχρόνιας ανεργίας  ακυρώνουν ακόμα και την σκέψη  ότι όλα αυτά μπορούν να διορθωθούν με την λειτουργία της αγοράς, με μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις.  Είναι λοιπόν  λογικό σύντομα να αναζητηθούν τα συμπληρωματικά οικονομικά εργαλεία όπως αυτό της συναλλαγματικής και νομισματικής πολιτικής που θα επιτρέψουν μια ουσιαστική αντιμετώπιση της κρίσης.


Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν και ορισμένα νεοεισερχόμενα φαινόμενα που έχουν προκύψει τον  τελευταίο καιρό.  Καταρχήν είναι η διακηρυγμένη θέση των ηγετών της ΟΝΕ για την ΟΝΕ των δύο ή και τριών ταχυτήτων. Η θέση αυτή δημοσιοποιήθηκε στην  σύνοδο κορφής της Μάλτας, στην έκτακτη συνάντηση στο Παρίσι αλλά και στις συχνές αναφορές της καγκελαρίου Μέρκελ. Στην συνέχεια βλέπουμε στους Έλληνες πολίτες  να  συσσωρεύεται ένας θυμός  που προέρχεται από την συνεχή διάψευση των προσδοκιών και  τις αλλεπάλληλες προσβολές των ευρωπαίων αξιωματούχων. Ο θυμός γιγαντώνεται  και από τις προσπάθειες  παρέμβασης στην ελληνική δικαιοσύνη. Η  υπόθεση Γεωργίου είναι μοναδική στα δικαστικά χρονικά. Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την συνεχώς διευρυνόμενη μερίδα των Ελλήνων που αμφισβητούν την  δυνατότητα εξόδου από την κρίση εντός ΟΝΕ δημιουργούν ένα εκρηκτικό κλίμα που σύντομα θα ζητήσει διέξοδο. Και αυτή η διέξοδος δεν θα μπορεί να είναι άλλη από την πόρτα της εξόδου από την ΟΝΕ.