Translate

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

EU-Γεωργίου GATE




Η δικαστική εξέλιξη της περίπτωσης Γεωργίου και οι απροκάλυπτες παρεμβάσεις στο έργο της δικαιοσύνης από τους ευρωπαίους εταίρους-δανειστές έρχονται λίγες ημέρες μετά την απαίτηση των δανειστών για την αθώωση των εμπειρογνωμόνων του ΤΑΙΠΕΔ, λίγους μήνες μετά την δημόσια δυσφορία της ΕΕ για την δικαστική περιπέτεια της πρώην γενικής γραμματέας υπουργείου, λίγες εβδομάδες μετά την δημόσια στήριξη και παρέμβαση για διοικητή τράπεζας, λίγες ώρες μετά την υπαγόρευση μνημονιακών νόμων κ.λ.π.  Αυτό όμως που προκάλεσε αλγεινή εντύπωση σε αυτή την περίπτωση  είναι  η χαρακτηριστική άνεση με την οποία οι ευρωπαίοι εταίροι-δανειστές  αγνόησαν τις αποφάσεις της ελληνικής δικαιοσύνης παρακάμπτοντας  την οποιαδήποτε έννοια δεοντολογίας.  Χωρίς να τους έχει εκχωρηθεί αυτό το δικαίωμα παραγνώρισαν με χαρακτηριστική άνεση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και το κοινό περί δικαίου αίσθημα προσπαθώντας να συγκαλύψουν την ενοχή με όρους βασιλικής βούλησης της δεκαετίας του ‘50.  Ακόμα πιο χειρότερη ήταν η μεθόδευση από τους εγχώριους υποστηρικτές του Γεωργίου οι οποίοι προβάλλοντας την απειλή των ποινών από την ΕΕ στο άτακτο παιδί που δεν υπακούει κατάφεραν  να συσπειρώσουν ακόμα και τους πιο αδιάφορους. Τα αντανακλαστικά της κοινής γνώμης ήταν πραγματικά εντυπωσιακά. Το μέγεθος της αγανάκτησης φάνηκε από τις  αναφορές στα ΜΜΕ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Νομίζω ότι η ένταση της αντίδρασης μπορεί να συγκριθεί με  άλλες περιπτώσεις  για παρεμβάσεις εξωθεσμικών παραγόντων που  έχουν καταγραφεί στην πρόσφατη ιστορία και είναι από αυτές  τις περιπτώσεις που  προσπαθούμε να τις  διαγράψουμε από την συλλογική μνήμη.

Φάνηκε με αυτό τον τρόπο ότι η δυσαρέσκεια των συμπολιτών μας δεν σχετίζεται μόνο με την δημοσιονομική προσαρμογή και την λιτότητα αλλά και με την κατάλυση από την πλευρά των δανειστών της έννομης τάξης. Οι παρεμβάσεις κατάφεραν με αυτό τον τρόπο να κάνουν  εμβληματική την υπόθεση Γεωργίου στην προσπάθεια της Χώρας να βγεί από τα μνημόνια και να αποτελέσει σύμβολο στην προσπάθεια για την ανάκτηση της εθνικής  κυριαρχίας και της αξιοπρέπειας. Ο τρόπος αντίδρασης της ΕΕ αποτελεί μια ωχρή κηλίδα στον ευρωπαϊκό οικοδόμημα που ακόμα και οι πιο καλόπιστοι υποστηρικτές  θα ήθελαν να ξεχάσουν. Σε μια χώρα όπου το 76% των πολιτών της σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Ευρωβαρόμετρου έχει αρνητική εικόνα για την ΕΕ και για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς  η υπόθεση Γεωργίου απέκτησε τον δικό της συμβολισμό και καταγράφηκε στην συλλογική συνείδηση με έναν ιδιαίτερο τρόπο συνδέοντας την ΕΕ με την αυθαιρεσία, την συγκάλυψη και την έλλειψη δημοκρατικής εκπροσώπησης.



Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Ιδιωτικοποιήσεις, Δημόσιο, Έξοδος από την Κρίση



Στην τρέχουσα δύσκολη συγκυρία πρέπει να επιτευχθεί μία δύσκολη και πολλές φορές ασταθής ισορροπία μεταξύ ιδιωτικοποιήσεων και παρουσίας του δημόσιου τομέα.  Υπάρχει μια έντονη πίεση από τους δανειστές για την υιοθέτηση ενός μεγάλου προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και απόσυρσης του κράτους από οποιαδήποτε δραστηριότητα. Αυτή η στάση ενισχύεται και από την πεποίθηση ότι η παρουσία του ιδιωτικού τομέα θα μειώσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα, θα αυξήσει την παραγωγικότητα και θα συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του συνδυασμού των παραγωγικών συντελεστών άρα θα συμβάλει στην αύξηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος και στην αύξηση της απασχόλησης. Υποστηρικτικά σε αυτή την άποψη έρχονται οι πιέσεις των δανειστών οι οποίοι υπολογίζουν τα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων για την αποπληρωμή των τοκοχρεολυσίων. Και τέλος επικουρικά στην παραπάνω συζήτηση προστίθενται και αυτοί που προσπαθούν να εξαγοράσουν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία σε υποτιμημένες και πιέζουν προς αυτή την κατεύθυνση. Όλα τα παραπάνω αποτέλεσαν το φετίχ του εκσυγχρονισμού και της αναπτυξιακής προσπάθειας.


Δυστυχώς ή ευτυχώς η ζοφερή πραγματικότητα δεν φαίνεται υπακούει στα παραπάνω κελεύσματα. Ετσι όλα αυτά προσκρούουν στην πραγματικότητα της διατήρησης της  μακροχρόνιας ανεργίας και της ύφεσης μολονότι σε  λίγο μόνο η  Πατησίων δεν θα έχει ιδιωτικοποιηθεί. Ισως να χρειάζεται να περάσουν άλλα οκτώ χρόνια μνημονίων για να κατανοήσουμε ότι μόνο με έναν ισχυρό και αποτελεσματικό δημόσιο τομέα θα μπορέσει να αναταχθεί η οικονομία. Είτε το θέλουμε είτε όχι τα οικονομικά της ύφεσης είναι τα οικονομικά του κρατικού παρεμβατισμού και της αποθέωσης του κεϋνσιανισμού. Ελεύθερη οικονομία και οικονομία της αγοράς; Bεβαίως, αλλά μετά την κρίση.


Όταν συζητάμε και αποδεχόμαστε την ύπαρξη της παγίδας ρευστότητας, του αποπληθωρισμού και των αρνητικών επιτοκίων, της αντίστροφης καμπύλης επιτοκίων, της μη λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, της μόνιμης μακροχρόνιας ανεργίας επιτρέπεται να πιστεύουμε ότι όλα αυτά μπορούν να διορθωθούν με την λειτουργία της αγοράς, με μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις?   Ας μην πάμε πιο παλιά, ας μείνουμε στα πρόσφατα παραδείγματα. Το ‘θαύμα’  της Ισπανίας που κατάφερε να βγει γρήγορα από την κρίση και να παρουσιάσει αξιόλογη ανάπτυξη αλλά με ένα διογκωμένο δημοσιονομικό έλλειμμα και ταυτόχρονη αύξηση του δημόσιου χρέους αλλά και ενίσχυση του εποπτικού και παρεμβατικού ρόλου του κράτους. Επιπλέον βλέπουμε με δέος η Ιταλία να ανακεφαλαιοποιεί τις τράπεζες της με κρατικό χρήμα αδιαφορώντας επιδεικτικά για την ευρωπαϊκή τραπεζική οδηγία.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι τα μέσα και τα εργαλεία για την ανάπτυξη και την αντιμετώπιση της κρίσης δεν περιορίζονται μόνο στην άσκηση της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής αλλά εκτείνονται και στην πολιτική μεταφορών, στην επιδότηση της ενέργειας, στον έλεγχο των αεροδρομίων και των λιμανιών,  στην εφαρμογή πολιτικής κατευθύνσεων στο τραπεζικό σύστημα, στην αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, στην κλαδική πολιτική κ.α.

Για άλλη μια φορά η ισορροπία είναι δύσκολη πολύ περισσότερο όταν μεταξύ των μνημονιακών δεσμεύσεων εμπεριέχονται και θέματα ιδιωτικοποιήσεων. Θα έπρεπε όμως πρίν το μεγάλο ξεπούλημα να γίνει μια ουσιαστική συζήτηση για το μέγεθος του δημόσιου τομέα. Και αυτή η συζήτηση πρέπει να γίνει τώρα γιατί λίγο αργότερα δεν θα έχει νόημα. 

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Realnews:O Φόβος των Ευθυνών για τη ρύθμιση του Χρέους


11/06/2017

Η διαφωνία μεταξύ ΕΕ, Β. Σόιμπλε και ΔΝΤ σχετικά με το ελληνικό χρέος περιληπτικά  μπορεί να συνοψιστεί στα ακόλουθα επιχειρήματα.
Η γερμανική πλευρά πιστεύει ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να παράγει πλεονάσματα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων θα δώσει στην ελληνική οικονομία το κατάλληλο  αναπτυξιακό momentum.
Στην άλλη άκρη βρίσκεται το ΔΝΤ όπου από τον Ιούνιο του 2015 (Greece: Preliminary Draft DSA Ιούνιος)  ανακάλυψε (για πρώτη φορά)  ότι το ελληνικό χρέος είναι μη βιώσιμο και διαφωνεί με την πρόβλεψη ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να παράγει μεγάλα δημοσιονομικά πλεονάσματα για μεγάλο  χρονικό διάστημα.


Κάπου στην μέση βρίσκεται η ευρωπαϊκή επιτροπή όπου ενώ εκφράζει την άποψη ότι το χρέος δεν μπορεί να είναι εξυπηρετίσιμο ισχυρίζεται ότι η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους μπορεί να αποκατασταθεί από ένα συνδυασμό μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικών πλεονασμάτων καθώς και βραχυχρόνιων παρεμβάσεων.
Σε όλες τις προαναφερόμενες απόψεις χρησιμοποιούνται  ως δείκτες βιωσιμότητας οι μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες (=τοκοχρεολύσια-(δημοσιονομικό πλεόνασμα+έσοδα ιδιωτικοποιήσεων)) ή τον λόγο χρέος /ΑΕΠ. Για να είναι βιώσιμο πρέπει ο λόγος χρέος/ΑΕΠ  να βαίνει μειούμενος και οι χρηματοδοτικές ανάγκες να μην ξεπερνούν το 15% του ΑΕΠ.  
Σύμφωνα λοιπόν με την πρώτη άποψη (γερμανική) το ελληνικό χρέος δεν χρειάζεται αναδιάρθρωση. Το μόνο που χρειάζεται η ελληνική οικονομία είναι η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και  μια σειρά βραχυχρόνιων μέτρων τα οποία περιγράφονται στις αποφάσεις του Eurogroup του Μαΐου  και Δεκεμβρίου 2016 σχετικά με την εξομάλυνση των πληρωμών.
Τo ΔΝΤ εφόσον  θεωρεί το χρέος εξαιρετικά μη βιώσιμο  προτείνει   παρεμβάσεις στην καθαρή παρούσα αξία του χρέους ή/και μείωση των επιτοκίων του ΕSM γεγονός που θα αυξήσει τον βαθμό έκθεσης του ESM.
Όπως γίνεται αντιληπτό  η συζήτηση για την προοπτική του χρέους καταλήγει  στο αν θα δύναται η ελληνική οικονομία  να παράγει υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα. Δεδομένου ότι η περίπτωση της ελληνικής οικονομίας είναι μια μη τυπική περίπτωση που με μεγάλη δυσκολία θα μπορούσαν να γίνουν αξιόπιστες  προβλέψεις. Η εμπειρία των τελευταίων ετών με τις προβλέψεις αποτελεί πλέον ένα κόλαφο για το ΔΝΤ και ΕΕ.    Θεωρώ ότι είναι δύσκολο  να πειστούν και οι αγορές ότι μια τέτοια προοπτική είναι εφικτή από την ελληνική οικονομία. Βρισκόμαστε λοιπόν στην φάση αξιολόγησης διαφορετικών σεναρίων σχετικά με το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Η συζήτηση είναι πολύ απλή. Στην περίπτωση όπου δεν μπορεί να τεκμηριωθεί επιστημονικά και να εξασφαλιστούν  πλεονάσματα  3,5% για μια εξαιρετικά μεγάλη περίοδο  τότε πρέπει να σχεδιαστεί η αναδιάρθρωση του χρέους με παραβίαση των αποφάσεων του ΕSΜ αλλά και άρθρων  του καταστατικού του. Για παράδειγμα για να εξασφαλιστεί  η βιωσιμότητα του χρέους θα υποχρεωθεί ο ESM να μειώσει το επιτόκιο στο ελληνικό χρέος σε επίπεδα μικρότερα του κόστους δανεισμού του και κατά συνέπεια να υποστεί ζημίες. Θα πρέπει επίσης  να μετατρέψει μέρος του ελληνικού χρέους σε διηνεκή ομόλογα απόφαση που έρχεται σε αντίθεση με το καταστατικό του.  Σ’ αυτή την περίπτωση όμως τίθενται πολλά και σημαντικά ερωτηματικά για την ικανότητα της ΕΕ να διαχειριστεί το θέμα του χρέους, καταρρέει ολοκληρωτικά  η άποψη ότι η αναδιάρθρωση του 2012 και τέλος προκύπτουν σημαντικές ζημίες που θα πρέπει να αποπληρωθούν. Ο φόβος των ευθυνών εντός και εκτός Ελλάδας είναι ένας άλλος  παράγοντας που λειτουργεί ανασταλτικά στο θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους.